Λεξιλόγιο
Γλωσσάρι της Οξυάς Α
α(h)α! = βεβαιωτικό επιφώνημα α(κ)α! = αρνητικό επιφώνημα αβέρτα= συνεχώς, χωρίς περιορισμό αβρόχι = παγίδα για πουλιά αγγειό = δοχείο, αγγείο αγλήγορα ή γλήγορα = γρήγορα αγραπίδα = κρηπίδα στέγης αδιέτσι = σκέτο, χωρίς προσμίξεις ακουρμαίνουμι = αφουγκράζομαι, στήνω αυτί αλάνταβος = απρόσεχτος, άτσαλος αμαλαϊά = αβόσκητο λιβάδι αμπώχνω = ωθώ, σπρώχνω ανάβρα = πηγή νερού ανάσκλια = ανάσκελα ανής-λουής = περίεργος, αλλόκοτος απαγαδιάζω = μετριάζω τον πόνο απάλη = δέμα σανού απαναθέ = από πάνω απ’θώνω = ακουμπάω κάτω απούθε = από πού, πόθεν αρά = ρε, βρε αρδελεύω = κατανικώ αρενστά = ζυμαρικό τοπικής προέλευσης αρζαύτι = η ρίζα του αυτιού αρχύτερα = νωρίτερα ασκένουμι = σιχαίνομαι αστρέχα = το πίσω μέρος του σπιτιού (γενικά των κτισμάτων) Β
βαγκανάω = βουΐζω βάντα = κομμάτι κλωναριού δέντρου βαρκό = έλος, βάλτος, βαρικό βελέντζα = φλοκάτη βιδούρα = παλιό μέτρο χωρητικότητας σιτηρών (ξύλινο) βιτούλι = κατσίκι ηλικίας ενός έτους βλογούδι = στρογγυλό ψωμάκι που φτιάχνονταν μαζί με τα πρόσφορα βόμπρας = μπόμπιρας βουνιά = νωπή κοπριά αγελάδας βουρκάει = λέγεται για το γουρούνι που εκδηλώνει επιθυμία ζευγαρώματος βραστόγαλο = βραστό πρόβειο γάλα β’τσέλα = τσότρα, βιτσέλα βυζολόι = μπιμπερό Γ
γαλάρι = γαλακτοφόρο ζώο
γαργαράκι = μικρό και ψιλόηχο κυπρί γαρδαβίτσα = κρεατοελιά, ακροχορδώνας γάρος = υγρό που απομένει μετά το στράγγισμα του φρέσκου τυριού γατσούδι = γατάκι γηροκόμι = ηλικιωμένος άνθρωπος γίκος ή γιούκος = το σύνολο των κλινοσκεπασμάτων γιρμάς = αλεσμένο ρόβι για ζωοτροφή γκαϊδός = αλοίθωρος γκαλιορίζω = αχνοβλέπω, βλέπω πολύ αμυδρά γκανιάζω = σκάω από δίψα, ή από κλάμα γκαφάλι = άνθρωπος μειωμένης αντιληπτικότητας γκίζει (με)= με ενοχλεί το στομάχι λόγω πείνας γκλάβα = κεφάλι γκουρλώνω = γουρλώνω γκουρπάνι = ζώο που προορίζεται για θυσία γκούτχιας = το πίσω μέρος της κεφαλής, το ινίο γκρίντζιαλος = γκρινιάρης γκώνομαι = δυσκολεύομαι να καταπιώ λόγω υπερβολικού φαγητού γλέπω = βλέπω γνέμα = νήμα προερχόμενο από γνέσιμο στη ρόκα γουρμάζω = ωριμάζω γουρνοτσάρ(ου)χα = τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού γρέκι = χώρος διανυκτέρευσης κοπαδιού Δ
δαμάλα–ι = αγελάδα ηλικίας ενός έτους
δάχλο = δάχτυλο δράγκανο = το πολύ ξερό (ψωμί κυρίως) Ε
είνουρο = όνειρο
Ζ
ζαγκανιέμαι = κουνάω το σώμα μου ζαλίκι = ποσότητα φορτίου που μεταφέρεται στην πλάτη ζάνζτα = γκρίνια ζάπι = δάμασμα, έλεγχος ζάρκο = ζώο που δεν μεγαλώνει το τρίχωμά του
ζέβλα = ξύλο που πιάνει το λαιμό ζώου στο ζυγό ζιόγκος = εξόγκωμα του σώματος ζυματούρα = είδος πίτας (ταψιού) Κ
καϊπιώνω = κρύβω πολύ καλά κάτι κακαράντζα = η σφαιρική κοπριά των αιγοπροβάτων κακάτσιαλο = το κακάδι της μύτης κάλεσια = προβατίνα λευκόμαλλη με σκουρόχρωμους κύκλους γύρω στα μάτια καλοπίχειρα = εύκολα καραμπάσια = προβατίνα με πολλά μαύρα στίγματα στο πρόσωπο καρπολόι = ξύλινο φτυάρι για το λίχνισμα του σταριού καταή = χάμω, στο έδαφος κατσιλώνα = χρυσόμυγα κατσιούλα = σκούφος, σκούφια καύκαλο = το όστρακο, το κρανίο καψαλίζω = καίω τις τρίχες του δέρματος ή τα φτερά μαδημένου πουλιού. κια = παραφθαρμένος τύπος του "και" κιαρατάς = κερατάς κιοτεύω = αποθαρρύνομαι, τα χάνω κλιτσάπα = ξύλο γυριστό στην άκρη κλιτσ'νάρι = πολύ αδύνατο, λεπτό κλοτσοτύρι = είδος τυριού που γίνεται από το ξινόγαλα κλούρα = κουλούρα, (κλούρια – κουλούρια) κόγξα = αντίρρηση, δισταγμός κόθρος = το γύρισμα των φύλλων της πίτας, η κόρα του ψωμιού κολιάστρα = το πρωτόγαλα (γάλα μετά τη γέννηση) κόντα–ες = αυγά ψείρας, κόνιδες κόρδα = περιφραγμένος χώρος για τη φύλαξη αιγοπροβάτων κορδιλιάγκος = ο λάρυγγας κορφή = χοντρό ξινισμένο γάλα πριν την εξαγωγή του βουτύρου κοτάω = τολμώ κουκόσια = το ξερό καρύδι κουκουμπέλα = το μανιτάρι κουλκουτάω = αναταράσσω υγρό που είναι σε κλειστό δοχείο κουμάσι = το μέρος που στεγάζονται τα γουρούνια κούνταλο = ξύλο που εξέχει από τοίχο κουπάνα = σκάφη στην οποία τοποθετείται το φαγητό των ζώων κουριαστής = μεγάλο πριόνι για τεμαχισμό κορμών κουτσακιάζω = δένω το σκοινί στο κοτσάκι του σαμαριού κούτσικος = μικρός κούτχιας = το μέτωπο κόφτρα = πριόνι που το χειρίζονται δύο άτομα, σημείο όπου το νερό αλλάζει και μπαίνει σε άλλο αυλάκι Λ
λαμπάζω = τρομάζω λαντσοκόβω = πηγαινοέρχομαι ανήσυχα λαρώνω = ηρεμώ λιαγκρίζω = αχνοβλέπω λιάκατα = εντόσθια, αλλά και μικρά παιδιά λιατσιάζω = συνθλίβω κυριολεκτικά με πίεση (επί φρούτων) λιβακώνομαι = ζεσταίνομαι πάρα πολύ (από λίβα) λιγώνω = χάνω τις αισθήσεις, λιποθυμώ λιμπά (τα) = οι όρχεις λουϊάζω = βλέπω, διακρίνω λουρώνω = αποκτώ ελαστικότητα όπως μια λούρα λογγά = επίπεδη έκταση κοντά σε ποτάμι λούρα = βέργα λωβιασμένος-η-ο = βρωμισμένος Μ
μάκι = μήπως μαναφούκια = κουτσομπολιά μανιά = η γιαγιά μαντζαφλάρι = μικροαντικείμενο που μας διαφεύγει το όνομά του μαξούλι = η συνολική σοδειά μαραγκιάζω = μαραίνομαι μαργώνω = κρυώνω μαρκαλιώται = συνουσιάζεται (επί αιγοπροβάτων) μαρκάλος = η σεξουαλική επιθυμία των αιγοπροβάτων μαρκιόμαι = αναμασώ την τροφή, μηρυκάζω μαστάρι = ο μαστός ζώου ματά = ξανά ματσιαλάω = μασουλάω κάτι μαχιά = το κεντρικό ξύλο της στέγης μισάλι ή μεσάλι = είδος τραπεζομάντηλου για το σκέπασμα του ψωμιού μισάντρα = ξύλινη ντουλάπα για τα πιατικά μισιακός = αυτός που ανήκει σε δυο μοιράδι = το μερίδιο μόλτσα = ο σκόρος μούμος = ακαθόριστη δαιμονική μορφή για εκφοβισμό των μικρών παιδιών, η λάμια μουνουχίζω = ευνουχίζω μούσκλια = τα βρύα μούτος = ο μουγγός, ο κωφάλαλος μπαΐρι = ακαλλιέργητο χωράφι μπακράτσι = χάλκινο δοχείο με επάνω λαβή μπάπαλο = το μικρό σκουπίδι μπάτσα (η) = σφαλιάρα, κλαδί ελάτου (να στρώνει μπάτσες στρώματα κι οξυές προσκεφαλάρια… Δημ. Τραγούδι) μπέλλα (η) = η λευκή προβατίνα με ολόλευκο και το προσώπο μπιζερίζω = κουράζομαι, βαριέμαι μπιτίζω-μπίτ(η)σα = τελειώνω - τελείωσα μπλάζω = συναντώ τυχαία μπλάνα = κομμάτι ξύλου, χώματος, τυριού μπλιόρι = πρόβατο ηλικίας δύο ετών μπλουγούρι = χοντροκομμένο σιτάρι, πληγούρι μπλούχος = ποντίκι των δέντρων, δασόμυς μπουκουβάλα = ψιλοτριμμένο ψωμί και τυρί ή ζάχαρη ανακατεμένα σε μία μάζα μπουμπάρι = γεμιστό παχύ έντερο με χοιρινά εντόσθια μπουρμπότσιαλος = μικρό ζουζούνι, ζωύφιο μπουτινέλος = ξύλινο δοχείο κωνοειδές όπου διαχωρίζεται το βούτυρο από το ξινόγαλο μπουτινός = το μέρος μεταξύ ταβανιού και στέγης μπράχος = η σκόνη από τα φύλλα του πλάτανου Ν
ναμ = δος μου νογάω = καταλαβαίνω, μου κόβει νταϊάκι = ξύλινο υποστήριγμα ντερλικώνω = τρώω πάρα πολύ ντέσιμο (το) = μπλέξιμο ντιπ (τουρκ.) = καθόλου ντίρα = πέρασμα ντο(υ)ρός = ίχνος πατημασιάς ζώου
ντρίμιρος = ο κόνδυλος του κυκλάμινου ντροχιάζω = στριμώχνω Ξ
ξάι = ποσότητα αλευριού για αμοιβή του μυλωνά ξαμώνω = επιχειρώ να επιτεθώ σε κάποιον ξιαγκλίζω = χτενίζω τα μαλλιά με χοντρή χτένα για να ξεμπλεχτούν ξιακρίζω = ασχολούμαι με τις άκρες (χωραφιού κλπ) ξιαναγκρίζω = παρακινώ, ερεθίζω ξιαρνώ ή ξιαρίζω = καθαρίζω με φτυάρι τις κοπριές (των μεγάλων ζώων) ξικαμπάω = εμφανίζομαι να έρχομαι από μακριά ξιμισκλάω = χωρίζω τα σκέλη σε δύο μέρη (επί δέντρων) ξιμπλέτσωτος = γυμνός, τσίτσιδος ξιζάρκωτος = γυμνός από τη μέση και πάνω ξιτσάν’σα = ξεμυαλίστηκα, ξιτσίπωτος = αυτός που δεν φοράει τσίπα ξιχαλάω = βγάζω την κρούστα που πιάνει η πληγή
Ο
ουδίζω = ομοιάζω, προσομοιάζω (δεν ουδίζει με τον πατέρα του) ουρλό = νερουλό, όχι σφιχτό (επί αυγού, το μελάτο) Π
παγγλίδια = σπασμένο σε μικρά κομμάτια παρανταριά = όλα με τη σειρά παρασάνταλος = αυτός που έχει κάποια σωματική ανωμαλία πισπιλάω = πασπαλίζω, καλύπτω με λεπτό στρώμα σκόνης κάτι παστάλι = τρυφερό φασολάκι παταριά = σφαλιάρα πατ'λιά = πατουλιά, αγκαθωτός θάμνος παχνί-παχνιάζω = φάτνη – βάζω τροφή στο παχνί πεικαστάρι =αίνιγμα πέτακας = απόκρημνο μέρος
πέταυρο = σανίδι ελάτινο βγαλμένο με σφήνα και τσεκούρι (απλάνιστο) πέτρο = το φύλλο της πίτας πετρόβεργο = ο πλάστης, ξύλινη κυλινδρική βέργα για άνοιγμα φύλλου πίτας π'θαμή = πιθαμή πιστρώνω = γυρίζω το κάτω μέρος φορέματος ή παντελονιού πλαστήρι = ξύλινη κυκλική επίπεδη επιφάνεια για άνοιγμα φ. πίτας πλαστός = είδος πίτας με καλαμποκάλευρο πλόχειρο = ποσότητα χούφτας του ενός χεριού πόντζι = τσίπουτο βραστό για το κρύωμα πουλαλίγα = καθόλου έως λίγο πρεβέντα = η κουλούρα της νύφης πρέκνα = οι φακίδες του προσώπου προγκάω = το βάζω στα πόδια από τρόμαγμα προπάω = προλαβαίνω το χρόνο, προφθαίνω πχιάδια = πανιά για το πιάσιμο των καυτών σκευών Ρ
ρόγα = η αμοιβή του τσοπάνη ρογκαλιάζομαι = χτυπώ από ξύλο που προεξέχει αδέσποτο ρογκάλι = ξύλο που προεξέχει σε κορμό δέντρου Σ
σγαρόνια = πλεχτές μάλλινες πατούσες για σπιτική χρήση σια = προς, (σια πέρα, σια δώθε κλπ) σιουγκράω = σκουντώ σιούτος-α-ο = το ζώο που δεν φέρει κέρατα, μεταφορικά αυτός που δεν δέχεται συμβουλές σκανιάζω = έχω θυμό, λύπη ή εκνευρισμό σκαπετάω = γέρνω πίσω από ράχη σκαρίζω = βγάλω τα πρόβατα από το γρέκι για βοσκή σκιρεύω = κάνω δουλειές της κουζίνας σμίρλα = γκρίνια στριγγλιάτα = φρεσκοπηγμένο τυρί, τυρόπηγμα στρούγκα = περιφραγμένος χώρος για το άρμεγμα των προβάτων συμπάω = συμμαζεύω τα ξύλα της φωτιάς συνταρχάω = κάνω γρήγορα, επιταχύνω το ρυθμό συντομοιάζω = παρομοιάζω με κάποιον συρμή = επιδημία ασθένειας Τ
ταπουτώρα = πριν από λίγο ταχιά = αύριο τραπέτσι = το πολύ ξινό τριψάνα = παπάρα τσάκνο και τσακνάκι= μικρό και ψιλό ξύλο
τσάρχος = ιδιαίτερος χώρος για τα κατσίκια μέσα στο μαντρί
τσιακατίζω = χάνω τα λογικά μου τσιακλατάω = χτυπώ αυγά για ομελέτα τσιανάκια = τα κουζινικά σκεύη τσιαούλι = το σαγόνι τσιαπαλίζω = σκάβω επιφανειακά, σπάζω χωμάτινους σβόλους τσιατή = σκελετός στέγης τσιάφι = πάχνη τσιμούρι = τσιμπούρι τσιούχτρα = είδος μικρού επιθετικού μυρμηγκιού τσίπα = μαντήλα, ο λεπτός υμένας που καλύπτει τα εντόσθια τσιρένι = ποσότητα τριφυλλιού ίσο με μια αγκαλιά τ'φάνι = σύννεφο βροχής Φ
φιλί = κομμάτι πίτας, φελί (ιταλ.) φλύντρας = μικρό είδος πεταλούδας φλυντράω = πετάω φτουράω = είμαι επαρκής ως προς το χρόνο, φτάνω για κάτι φύβγα = το φευγιό, η φυγή Χ
χάβδα = η με ανοιχτά τα πόδια καθιστή στάση χαϊβάνι = το ζώο, μεταφ. ο καλοκάγαθος άνθρωπος χαΐρι = προκοπή χαλεύω = ζητάω χατίλι = το κενό μεταξύ τοίχου και χαμηλότερου σημείου στέγης χαψιά = η μπουκιά χλιμάρα = πολλή δουλειά, χλιμένος = ο ανεπρόκοπος χου(γ)ιάζω = φωνάζω δυνατά χούι = κακή συνήθεια ΝέαΓράψτε εδώ το e-mail σας ώστε να επικοινωνούμε μαζί σαςΦωτογραφικό ΥλικόΜία εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις, μη χάσετε αυτό το μοναδικό άλμπουμ με φωτογραφίες απ' το χωριό μας. Βίντεο
Δείτε Videos για την Οξυά που έχουν αναρτηθεί στο Youtube
Πρόγνωση καιρούΠρόγνωση καιρού από το freemeteo.com για την οξυά καρδίτσας |