Email

Ο Κούρος και η επεξεργασία του μαλλιού.

 

Η επεξεργασία του μαλλιού από το κούρεμα ως τον αργαλειό
Το κούρεμα, o "κούρος", των προβάτων, γινόταν από τις αρχές Απριλίου μέχρι τα μέσα του Ιουνίου. Στην αρχή γινόταν το κολοκούρισμα. Τα  "κολόκρια", ήταν το μαλλί από το κούρεμα της κοιλιάς και γύρω από την ουρά και ήταν κατώτερης ποιότητας.
 Ακολουθούσε το κούρεμα του υπόλοιπου σώματος του προβάτου, απ’ όπου έβγαινε το "ποκάρι", το καλύτερο μαλλί. Το μαλλί που έβγαινε το τοποθετούσαν σε καζάνια και το ζεμάτιζαν με ζεστό νερό. Αφού το άφηναν, περίπου δώδεκα ώρες να μουλιάσει, το έβγαζαν και το μετέφεραν, μέσα σε πανέρια, στη βρύση όπου το ξέπλεναν με άφθονο νερό. Το καθάριζαν από τις κολλιτσίδες και κρεμούσαν τα ποκάρια να στραγγίσουν και να στεγνώσουν, στους φράχτες.
Αφού στέγνωναν τα επεξεργάζονταν στο λανάρι, τα "λαναρίζαν". Με το λανάρισμα το μαλλί ξαίνονταν και τακτοποιούνταν. Τότε γινόταν και το διάλεγμα. Χώριζαν τα μακριά μαλλιά, που ήταν κατάλληλα για καρπέτες και φλοκάτες. Τα κοντά μαλλιά, τα "ρούντα", χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή των σκουτιών, των κιλιμιών και των άλλων υφαντών αυτού του είδους.
Ακολουθούσε το "γνέσιμο", η κατασκευή δηλαδή του νήματος. Τα μακριά μαλλιά τα έγνεθαν στη "ρόκα" και τα κοντά στο "τσικρίκι". Από το λαναρισμένο μαλλί έπαιρναν μια ποσότητα, την τουλούπα και την περνούσαν στη ρόκα, (ηλακάτη). Από τη ρόκα το μαλλί τραβιόταν λίγο-λίγο με το χέρι και στριβόταν ώσπου να αποκτήσει μήκος τόσο που να επιτρέπει το δέσιμό του στο αδράχτι. Με το αριστερό χέρι τραβιόταν το μαλλί και με το δεξί περιστρεφόταν το αδράχτι για να στρίβεται το νήμα. Η περιστροφή του αδραχτιού επιτυγχάνονταν με τη βοήθεια του σφοντυλιού, ανάποδος κώνος με τρύπα στη μέση για να μπαίνει το αδράχτι.
Αφού το μαλλί στριβόταν όσο χρειάζεται για να γίνει νήμα, το τύλιγαν στο αδράχτι. Την άκρη του τη θήλιαζαν στο αδράχτι κι ύστερα τραβούσαν πάλι μαλλί από τη ρόκα, ξαναέστριβαν, τύλιγαν κι έτσι συνεχιζόταν το γνέσιμο.Όταν γέμιζε το αδράχτι από νήμα τότε "τυλιγάδιαζαν" το νήμα στο "τυλιγάδι", ένα ξύλο μακρύ μια περίπου πήχη, πού έχει διχάλες στις δυο του άκρες. Μ' αυτόν τον τρόπο γίνονταν οι "κελέβες" του νήματος. Πολλές φορές αντί για τυλιγάδι χρησιμοποιούσαν το χέρι τους, για να μαζέψουν την κελέβα, περνώντας την κλωστή από τον αγκώνα στη διχάλα του αντίχειρα με τα άλλα δάχτυλα. Το νήμα βάφονταν σε κελέβες.
Υπήρχαν δύο είδη νημάτων, ανάλογα με το ρόλο που επρόκειτο να παίξουν στην ύφανση: το στημόνι και το υφάδι. Το στημόνι ήταν λεπτότερο και περισσότερο στριμμένο, το υφάδι πιο χονδρό (ανάλογα με το ύφασμα) και λιγότερο στριμμένο.
Στη συνέχεια τα νήματα πήγαιναν για βάψιμο, βέβαια μόνο όσα ήταν από άσπρα μαλλιά. Τα φυσικά μαύρα, τα "λάϊα", δεν βάφονταν, ούτε και τα καστανόχρωμα. Τα "σίβα", μόνο μαύρα μπορούν να βαφούν.
Πριν βαφεί το μαλλί υφίστατο μια ειδική κατεργασία, που στη σημερινή επιστημονική γλώσσα λέγεται πρόστυψη. Με διάφορα λουτρά προετοιμάζονταν το μαλλί να δεχθεί στέρεα τις χρωστικές ουσίες. Καταστάλαγμα στάχτης, διάλυση στύψης ή αλατιού χρησιμοποιούνταν για τα λουτρά αυτά. Αφού το νήμα στράγγιζε, βαφόταν σε βραστό νερό. Παλιότερα οι χρωστικές ουσίες ήσαν φυτικές: το ριζάρι για το κόκκινο χρώμα, το ροδάμι του πουρναριού για διαφορετικό κόκκινο, ο μέλεγος για το πράσινο, οι φλούδες της καρυδιάς για το μαύρο, οι γαζίες για το κίτρινο, η φλούδα του πεύκου για το ανοιχτό καφέ, το λουλάκι για το γαλάζιο… Επιτυγχάνονταν έτσι στέρεοι χρωματισμοί, αλλά παρουσίαζαν δυσκολίες στην εύρεση του ακριβούς τόνου. Οι καιρικές συνθήκες της χρονιάς, η σύσταση του εδάφους, η σκληρότητα του νερού, επιδρούσαν στην περιεκτικότητα του διαλύματος σε χρωστικές ουσίες. Έτσι οι συνταγές δεν ήταν σταθερές και η επιτυχία της βαφής εξαρτιόταν από την ικανότητα της τεχνίτριας να βρει το σωστό τόνο. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν οι μπογιές του εμπορίου, πού, όταν είναι καλής ποιότητας, δίνουν σίγουρο και σταθερό αποτέλεσμα.
Για τη σταθεροποίηση των χρωμάτων γινόταν το "στύψιασμα", δηλαδή τελικό λουτρό των βαμμένων νημάτων σε διάλυση στύψης. Μετά το στέγνωμα, ήταν έτοιμο για την ύφανση, πού γινόταν στον "ξύλινο" αργαλειό.
Ανάμεσα σε διπλή σειρά νημάτων, των "στημονιών", κινείται παλινδρομικά η σαΐτα από την οποία ξετυλίγεται, κάθετα στα στημόνια, άλλο νήμα, το "υφάδι". Μετά από κάθε διαδρομή της σαΐτας, οι δυο σειρές των στημονιών διασταυρώνονται με ειδικό σύστημα κι έτσι το υφάδι πλέκεται με τα στημόνια. Τα δόντια του "χτενιού", που κινούνται ανάμεσα στα στημόνια, παρασύρουν κάθε σειρά του υφαδιού και τη φέρνουν να ακουμπά στην προηγούμενη κι έτσι το ύφασμα γίνεται πυκνό.
Από την άποψη του σχεδίου τα υφαντά διαιρούνται σε δυο κατηγορίες που καθεμιά τους έχει ιδιαίτερη τεχνική ύφανσης, στα "ριγωτά" και στα "κεντητά στον αργαλειό". Τα ριγωτά αποτελούνται από αλλεπάλληλες λωρίδες χρωματιστές. Αυτό επιτυγχάνεται με την αλλαγή, κατά διαστήματα, του χρώματος του υφαδιού. Στα κεντητά στον αργαλειό η τεχνική είναι περισσότερο πολύπλοκη και δύσκολη αλλά και το αποτέλεσμα πολύ πιο ενδιαφέρον. Τα διακοσμητικά θέματα δημιουργούνται με την κατάλληλη συνεχή εναλλαγή του χρώματος του υφαδιού στην ίδια σειρά. Τα διάφορα χρωματιστά υφάδια θηλιάζονται μεταξύ τους για να μη χωρίζει το υφαντό. Προσεκτικά μετρήματα επιτρέπουν στην υφάντρια ή στον υφαντή να δημιουργεί πάνω στην επιφάνεια του υφαντού ποικίλα πολύχρωμα πλουμίδια: γλάστρες, πουλιά, ανθρώπους, βάζα, γεωμετρικά σχήματα. Συχνή είναι η παρουσία μικτού είδους, όπου για ορισμένο μήκος εφαρμόζεται η τεχνική του ριγωτού, ύστερα γίνονται κεντητά στον αργαλειό και οι δύο τεχνικές εναλλάσσονται σ' όλο το μάκρος του υφαντού. Ιδιαίτερη τεχνική απαιτεί ένα άλλο είδος υφαντών, τα "φλοκάτα". Σ' αυτά, κατά την ύφανση, τοποθετούν σ' όλη την επιφάνεια άστριφτα κρόσσια, πού τα στερεώνουν ανάμεσα στα στημόνια και τα υφάδια. Έτσι όλο το υφαντό παρουσιάζει μια θυσανωτή επιφάνεια μαλακή και ζεστή. Τα φλοκάτα είναι συνήθως μονόχρωμα.
Οι χρήσεις των μάλλινων υφαντών είναι ποικίλες: τα κιλίμια, μεγαλύτερα συνήθως από τα άλλα υφαντά, που στρώνονται στο πάτωμα, οι μπατανίες, τα κλινοσκεπάσματα, τα χράμια, μικρότερων διαστάσεων και με μακριά κρόσσια, που στρώνονται και πάνω στα σαμάρια των μεταφορικών ζώων τις επίσημες μέρες, τα μαξιλάρια, τα προσκέφαλα, κυρίως για διακοσμητική χρήση, οι τροβάδες, μικροί σάκοι, ανοιχτοί επάνω, που χρησίμευαν για τη μεταφορά τροφίμων ή μικρών γεωργικών εργαλείων. Τους κρεμούσαν από τον ώμο με μάλλινο επίσης κορδόνι. Τροβάδες, καμωμένους από τραγόμαλλο, χρησιμοποιούσαν για το τάγισμα των αλόγων και των άλλων μεγάλων ζώων. Επίσης γίνονταν μάλλινα άσπρα σεντόνια, κάπες, βαριοί επενδύτες από τραγόμαλλο, σκουτιά, κατώτερης ποιότητας μάλλινα υφάσματα και διάφορα άλλα είδη.

Νέα

Γράψτε εδώ το e-mail σας ώστε να επικοινωνούμε μαζί σας

Φωτογραφικό Υλικό

Μία εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις, μη χάσετε αυτό το μοναδικό άλμπουμ με φωτογραφίες απ' το χωριό μας.

Φωτογραφικό Υλικό

Βίντεο

Δείτε Videos για την Οξυά που έχουν αναρτηθεί στο Youtube Οξυά στο Youtube

Πρόγνωση καιρού

Πρόγνωση καιρού από το freemeteo.com για την οξυά καρδίτσας